πουλώ

πουλώ
(ε), πουλάω μετ.
1) продавать, реализовать, сбывать; 2) торговать; 3) перен. продавать, предавать (кого-л.);

πουλώ τό μυστικό — выдавать тайну, изменять (кому-чему-л.);

§ σε ποιόν τα πουλας αυτά; — кому ты это говоришь?, кого ты хочешь обмануть?;

αλλου να τα πουλας αυτά — расскажи это своей бабушке; — ври больше;

σε πουλεί και σ' αγοράζει — он тебя продаст и перепродаст, он большой хитрец, плут, ловчила;

πούλησε την ψυχή του στο διάβολο он продал душу чёрту

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "πουλώ" в других словарях:

  • πουλώ — άω, ΝΜ βλ. πωλώ …   Dictionary of Greek

  • πουλώ — πούλησα, πουλήθηκα, πουλημένος 1. δίνω πράγμα με τίμημα. 2. διαθέτω, έχω για πούλημα (αντίθ. αγοράζω). 3. μτφ., προδίνω: Πούλησε όλους τους φίλους του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσπιπράσκω — Α πουλώ κάτι ακόμη ή πουλώ κάτι συγχρόνως με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + πιπράσκω «πουλώ»] …   Dictionary of Greek

  • πωλώ — πωλῶ, έω, ΝΜΑ, και πουλώ, άω, Ν 1. προσφέρω ή εκθέτω κάτι για πώληση 2. παρέχω κάτι σε κάποιον έναντι τιμήματος («πουλάει το σπίτι του πολύ ακριβά») 3. μτφ. προδίδω, εξαπατώ (α. «αν και φίλος, δεν δίστασε να μέ πουλήσει» β. «τὰ οἴκοι πωλοῡντες»,… …   Dictionary of Greek

  • ακριβοπουλώ — και άω 1. πουλώ κάτι σε υψηλή τιμή, πολύ ακριβά, μοσκοπουλώ 2. προσφέρω κάτι έναντι μεγάλου ηθικού ή υλικού τιμήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακριβο * + πουλώ] …   Dictionary of Greek

  • καταπιπράσκω — (Α) (επιτ. τ. τού πιπράσκω*) πουλώ εξ ολοκλήρου, ξεπουλώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + πιπράσκω «πουλώ»] …   Dictionary of Greek

  • κοτυλίζω — (Α) [κοτύλη] 1. πουλώ κάτι με την κοτύλη, πουλώ λειανικά («τοῑς δὴ ἐμπόροις καλῶς εἶχε μὴ κοτυλίζειν, ἀλλ ἀθρόα τὰ φορτία πεπρᾱσθαι», Αριστοτ.) 2. μτφ. παρέχω λίγα («κίρναντες γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν κοτυλίζετε τοῑς πένησιν», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek

  • μισθοπιπράσκω — (Α) πουλώ με δόσεις που καταβάλλονται με τη μορφή μισθώματος, εκμισθώνω για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε η εκμίσθωση να ισοδυναμεί με πώληση με δόσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < μισθός + πιπράσκω «πουλώ»] …   Dictionary of Greek

  • ξεπουλώ — άω 1. πουλώ εξ ολοκλήρου κτήματα, πράγματα ή εμπορεύματα 2. (για έμπορο) α) εξαντλώ όλα τα εμπορεύματα β) πουλώ ορισμένα είδη σε χαμηλές τιμές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ πωλῶ (αόρ. ἐξ επώλησα), βλ. και λ. ξ(ε) ] …   Dictionary of Greek

  • πέρνημι — Α 1. (σχετικά με αιχμαλώτους ή εμπορεύματα) βγάζω από τη χώρα για να πουλήσω αλλού (α. «σέ γε... νηυσὶν λάβον ἠδ ἐπέρασσαν τοῡδ ἀνδρὸς πρὸς δώματα», Ομ. Ιλ. β. «τοῑς ξένοις τὰ χρήματα περνάντα σ εἶδον», Ευρ.) 2. πουλώ, εμπορεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο… …   Dictionary of Greek

  • παραπωλώ — έω, Α 1. πουλώ κάτι σε τιμή κατώτερη από την τρέχουσα τιμή τής αγοράς 2. πουλώ παράνομα ή με αθέμιτο τρόπο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»